Ο Θεσμός της Υφ΄ όρον απόλυσης Κρατουμένων

Η ΓΕΝΙΚΟΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΥΦ’ ΟΡΟΝ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ

Σκοπός της αναδιάρθρωσης του κοινοτικού συστήματος στο νέο ποινικό κώδικα υπήρξε η αποκατάσταση της συνοχής ανάμεσα στις προβλεπόμενες, τις επιβαλλόμενες και τις εκτιόμενες ποινές, ο νέος ΠΚ φαίνεται να υιοθετεί, το αγγλοσαξονικής έμπνευσης μοντέλο της ανάλογης συνθήκης στην ποινική κύρωση ,το  οποίο έχει τύχει ικανής δογματικής επεξεργασίας τόσο στην Αγγλία όσο και στην Γερμανία, και διαρρέει όλους τους μηχανισμούς ελαστικότητας κατά την επιβολή και έκτιση της ποινής .

Το μοντέλο της δικαιότητας της ποινής έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει την ομαλή ένταξη.

Σε απλές γραμμές η αφηρημένη απειλή της ποινής στο νόμο εξυπηρετεί την αρνητική  γενική πρόληψη και λειτουργεί αποτρεπτικά , ο προσδιορισμός του ειδικού πλαισίου ποινής από το δικαστή με βάση την βαρύτητα του εγκλήματος και την ενοχή του δράστη εξυπηρετεί τον σκοπό της θετικής γενικής πρόληψης δηλαδή την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των κοινωνών στην ισχύ της εννόμου τάξεως και την διαπαιδαγώγηση τους ώστε να τηρούν τους κανόνες του δικαίου.

Ο προσδιορισμός του ακριβούς μεγέθους της ποινής εντός του ειδικού πλαισίου με συνεκτίμηση των συνεπειών της ποινής  για τον δράστη και τους οικείους εξυπηρετεί τους σκοπούς της ειδικής πρόληψης στο πλαίσιο αυτό η απόλυση υπό τον όρο της ανακλήσεως δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή αλλά στάδιο της εκτελέσεως αυτής που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής και την βελτίωση του καταδίκου, όπως είχε επισημανθεί από την απόφαση υπ αριθμ 196/1991 της Ολ ΑΠ.

Επομένως ο θεσμός της υφ όρων απολύσεως ουσιαστικά σηματοδοτεί το πέρας των αναγκών της ειδικής προλήψεως για στέρηση της ελευθερίας αφού βασίζεται στην προγνωστική κρίση ότι ο δράστης δε θα υποτροπιάσει και είναι έτοιμος να επανενταχθεί κοινωνικά.

Έτσι εκτίθενται και στον νέο ΠΚ, και φαίνεται να υπηρετεί την ειδική πρόληψη.

Δυστυχώς, στη νομοθετική πράξη όπως προκύπτει και από το προτεινόμενο σχέδιο τα πράγματα έχουν άλλως.

Όπως αναπτύσσονται τα άρθρα 105 κ επόμενα σκοπός του νομοθέτη είναι και η γενική πρόληψη, ως εκ τούτου μπορούμε να μιλήσουμε για το οριστικό τέλος της υφ΄όρων απολύσεως.

Η κατάργηση του θεσμού της υφ όρων απολύσεως οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι κατέστη αντικείμενο δημόσιας συζήτησης με τις ευλογίες της πολιτείας. Δηλαδη μεταξύ μη νομικών.

Και δευτερευόντως στη σύνδεση της με νόμους που σκόπευαν στην αποσυμφόρηση των φυλακών.

Η υφ όρον απόλυση όμως αφορά μόνο τον κρατούμενο και την πολιτεία και όχι τα πάνελ των τηλεοπτικών εκπομπών ή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Ο θεσμός μετατοπίστηκε λόγω αυτού, από το πεδίο της ειδικής πρόληψης στο πεδίο της γενικής πρόληψης και υποκατέστησε τόσο την αφηρημένη απειλή της ποινής στο νόμο όσο και την επιβαλλόμενη από το δικαστή ποινή, 

Η αφηρημένη απειλή της ποινής στο νόμο, καμία αξία δεν έχει για την άσκηση αρνητικής γενικής πρόληψης, αφού  τελείται και με τις ευλογίες του νομοθέτη πλέον δια της ποινής που πράγματι θα εκτιθεί με τις διατάξεις περί υφ όρων απολύσεως.

Κανείς δε ρωτά πλέον ποια ποινή απειλεί η ποινική διάταξη αλλά σε ποιο μέγεθος μεταφράζεται αυτή μετά την εφαρμογή των διατάξεων περί υφ όρων απόλυσης.

Είναι σαν στο κυρωτικό σκέλος του νόμου να προστίθεται μια λανθάνουσα δεύτερη κύρωση, από της διατάξεις της υφ όρον απολύσεως.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη διαμόρφωση του ειδικού πλαισίου της ποινής για την επιβολή της από τον δικαστή.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των κοινωνών στην ισχύ της εννόμου τάξεως δηλαδή η θετική γενική πρόληψη, δεν εξαρτάται πλέον από την ποινή που επιβλήθηκε από τον δικαστή αλλά από το μέγεθος στο οποίο μεταφράζεται η ποινή αυτή, μετά την εφαρμογή των διατάξεων περί υφ όρων απολύσεως.

Κανείς δεν ρωτά πλέον, ποια ποινή επέβαλε ο δικαστής, αλλά πόσο θα κάτσει στη φυλακή ο καταδικασμένος, ότι δηλαδή θα απολυθεί υφ όρον.

Με τα παραπάνω έχουμε περιγράψει το πρόβλημα, αλλά όχι την αιτία του.

Η αιτία του προβλήματος, έγκειται στην μονομέρια και εν τέλει στην απουσία του κριτηρίου για την προγνωστική κρίση του νομοθέτη για την χορήγηση της υφ όρων απόλυσης.

Η πραγματική αιτία της μετατόπισης της υφ όρων απολύσεως στο πεδίο της γενικής προλήψεως λόγω του ζωηρού ενδιαφέροντος της κοινωνίας, είναι δηλαδή η απουσία πρόβλεψης του νόμου, ουσιαστικής προγνωστικής δικαστικής κρίσης για την χορήγηση της.

Εάν τα Συμβούλια έκριναν επί της ουσίας, δεν θα υπήρχε ανάγκη να αυξηθούν τα κατώτατα όρια για την πραγματική έκτιση της ποινής, με βάση την ισχύουσα ρύθμιση η οποία δεν αλλάζει ως προς την ουσία από το προτεινόμενο σχέδιο. Η υφ όρων απόλυση χορηγείται κατά κανόνα μετά την απλή πάροδο του χρόνου, πραγματικής και πλασματικής έκτισης που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις, αιτία του προβλήματος λοιπόν είναι η αυτόματη χορήγηση της υφ όρων απόλυσης λόγω της παρόδου συγκεκριμένου και εκ των προτέρων γνωστού χρόνου, καθώς οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση της περιορίζονται κατά το άρθρο 106 μόνο στο στενά χρονικά οριοθετημένο κριτήριο της διαγωγης του καταδικασμένου κατά την έκτιση της ποινής του εντός του καταστήματος κράτησης.

Με βάση αυτό το μοναδικό και κρίσιμο κριτήριο, καλείται να κρίνει το Δικαστικό Συμβούλιο εάν η συνέχεια της κράτησης είναι αναγκαία για να αποτραπεί η τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, και μάλιστα χωρίς να αρκεί η επίκληση πειθαρχικού παραπτώματος κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής , όπου χρειάζεται ειδική αιτιολογία για το ζήτημα αυτό.

Το μόνο που εκφράζεται με αυτό το μοναδικό κριτήριο που δίνεται με το νέο νόμο, είναι η δυσπιστία του νομοθέτη προς τον δικαστή.

Ωστόσο αφαιρώντας κάθε δυνατότητα προγνωστικής κρίσης από το δικαστή, ο νομοθέτης έφτασε στο άλλο άκρο, προσπαθώντας να διορθώσει μια κακή πρακτική (το ότι δεν χορηγούσαν συχνά τα συμβούλια το ευεργέτημα), με μία χειρότερη διάταξη.

Διότι συνδυάζει το ζήτημα ότι θα απολυθούν υφ όρων και κάποιοι που είναι έτοιμοι να υποτροπιάσουν και όχι να επανενταχθούν οι οποίοι απλώς έκαναν υπομονή.

(στη συνέχεια αναπτύχθηκαν οι επιρροές του ελβετικού, αυστριακού, γαλλικού ,αγγλικού, γερμανικού και νορβηγικού δίκαιου και η σχηματική απαρίθμηση του χρόνου που πρέπει να έχει εκτιθεί ώστε να χορηγηθεί η υφ όρων απόλυση σε εκείνες τις χώρες) 

Κλείνοντας σας καλώ να αναλογιστείτε, όχι ποια είναι  η πιο αυστηρή αλλά ποια είναι η πιο δίκαιη για τον ισοβίτη και την κοινωνία διάταξη, η ελληνική, που προβλέπει οιονή αυτόματη απόλυση μετα από 16,17,18 έτη ή η γερμανική ή γαλλική που μετά από 15 έτη αναθέτει στο δικαστή μια προγνωστική κρίση παρέχοντας του πληθώρα κριτηρίων ώστε να συνεκτιμήσει και να στηρίξει σε αυτά την αξιολόγηση του για τον κρατούμενο και την πιθανότητα υποτροπής.

Κατσάμπουλας Δημήτρης

Scroll to Top
Νάντια Σαλτερή, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Νάντια Ν. Σαλτερή

Εξωτερική Συνεργάτης στην Νάξο και στην Αθήνα

Είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Νάξου,
Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στο Φορολογικό Δίκαιο του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.(Ο.Π.Α)
Έχει διατελέσει Νομικός σύμβουλος σε γνωστό όμιλο ο οποίος δραστηριοποιείται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παγκοσμίως. (Χιλή, Αργεντινή, Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Βραζιλία, Γαλλία).
Εξειδικεύεται στο Φορολογικό Ποινικό δίκαιο, Δίκαιο των Συμβάσεων, Εμπορικό δίκαιο και Δίκαιο Ακινήτων.
Ομιλεί Αγγλικά και Γαλλικά

Χριστίνα Αρβανίτη, δικηγόρος παρ’ Εφέταις – Δικηγορική εταιρεία Κατσαμπούλας-Αρβανίτη
Χριστίνα Δ. Αρβανίτη

Η κα. Αρβανίτη είναι Δικηγόρος παρ’ Εφέταις, απόφοιτη της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με άριστα και ενεργό μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Η επαγγελματική της διαδρομή συνδυάζει τη δημόσια νομική υπηρεσία με την άσκηση της δικηγορίας ενώπιον των δικαστηρίων. Έχει διατελέσει μέλος του Νομικού Τμήματος της Περιφέρειας Αττικής και του Δήμου Αθηναίων, αποκτώντας εμπειρία σε σύνθετα νομικά ζητήματα διοίκησης, συναλλαγών και προστασίας δικαιωμάτων.

Το κέντρο της επιστημονικής και δικαστηριακής της ενασχόλησης είναι το Αστικό Δίκαιο. Ειδικεύεται ιδίως στις περιουσιακές και κληρονομικές διαφορές  καθώς και στο Οικογενειακό Δίκαιο, όπου χειρίζεται υποθέσεις που άπτονται, των οικονομικών συνεπειών του γάμου και της προστασίας των μελών της οικογένειας.

Δεν πρόκειται για θεωρητική ενασχόληση. Η κα. Αρβανίτη είναι δικηγόρος της πράξης: με συστηματική παρουσία στα Ακροατήρια. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλούσιο σώμα αποφάσεων στους τομείς που υπηρετεί, ιδίως στα περιουσιακά, τα κληρονομικά και το οικογενειακό δίκαιο.

Δημήτρης Κατσάμπουλας, ποινικολόγος δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Δημήτρης Α. Κατσάμπουλας

Ο Δημήτρης Κατσάμπουλας είναι δικηγόρος στην Αθήνα, απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Συμμετέχει στην Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων και παρακολουθεί σταθερά τα ζητήματα που αφορούν την άσκηση της δικηγορίας στην πράξη.

Την επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε ως εσωτερικός νομικός σύμβουλος σε μεγάλες κλινικές που δραστηριοποιούνται στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, τη γυναικολογική χειρουργική και τη μαιευτική. Σήμερα είναι νομικός σύμβουλος της Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής.

Το γραφείο του αναπτύσσει συστηματικά δραστηριότητα στο εμπορικό δίκαιο. Παρέχει νομική υποστήριξη σε ιατρικές μονάδες και σε σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων της Αθήνας, με έμφαση στη συμβουλευτική, στις συναλλαγές και στην επίλυση διαφορών που ανακύπτουν στην επιχειρηματική καθημερινότητα.

Παράλληλα, το οικογενειακό δίκαιο αποτελεί το αντικείμενο στο οποίο επενδύει ιδιαίτερη φροντίδα. Τον ενδιαφέρει τόσο η προστασία των παιδιών όσο και η νηφάλια διαχείριση της σχέσης του ζεύγους μέσα στη δίκη: όχι ως πεδίο αντιπαράθεσης χωρίς μέτρο, αλλά ως διαδικασία που οφείλει να καταλήγει σε εφαρμόσιμες και δίκαιες ρυθμίσεις.

Έχει αναλάβει μεγάλες κακουργηματικές υποθέσεις, με πολλούς κατηγορουμένους, ενώπιον κακουργιοδικείων, μικτών ορκωτών δικαστηρίων και δικαστηρίων ναρκωτικών. Η ίδια γραμμή εργασίας τον οδήγησε και στις Υποθέσεις εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, τομέα στον οποίο έχει χειριστεί πολυάριθμες υποθέσεις σε όλη τη χώρα, μεταξύ των οποίων και υποθέσεις που έλαβαν δημόσια διάσταση.

Η επιστημονική πλευρά της εργασίας του συμπληρώνει την πρακτική. Συμμετέχει σε συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, δημοσιεύει σε νομικά περιοδικά και έχει εργαστεί ως μέλος νομοπαρασκευαστικών επιτροπών της Βουλής, με στόχο τη σύνδεση της εμπειρίας της δίκης με τη βελτίωση του δικαίου.

Ανθή Σ. Τσίγκου
Ανθή Τσίγκου, δικηγόρος και διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια

Η Ανθή Τσίγκου είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών,
Κατέχει Μεταπτυχιακό Τίτλο από το πανεπιστήμιο του CARDIFF METROPOLITAN UNIVERSITY – CITY UNITY COLLEGE – LLM στο Διεθνές Επιχειρηματικό Δίκαιο.
Εξειδικεύεται στο Τραπεζικό δίκαιο, το Εμπορικό δίκαιο και το Ασφαλιστικό δίκαιο, ενώ έχει συνεργαστεί με Ασφαλιστικές και Ναυτιλιακές Εταιρείες εντός και εκτός Ελλάδος.
Είναι Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας
Εκπαιδεύτηκε στο GDPR (Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων- Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679)
Επιπρόσθετα είναι Μέλος της Επιτροπής για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.
Ομιλεί Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΣ ΣΤΑ Η.Α.Ε.

}) }) }) } })

Οικογενειακό Δίκαιο

Η κα. Αρβανίτη και ο κος Κατσάµπουλας, έχουν απασχοληθεί επιτυχώς µε πληθώρα υποθέσεων Αστικής και Ποινικής Φύσης. Άλλωστε µια Ποινική υπόθεση λαµβάνει και αστική έκταση µε την µορφή διεκδίκησης αποζηµίωσης µέσω των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ παράλληλα µια Αστική υπόθεση δύναται να λάβει ποινικές προεκτάσεις.

Χαρακτηριστικά παραδείγµατα οι Υποθέσεις Οικογενειακού Δικαίου, που αποτελούν βασική ύλη του Γραφείου µας, όπου ενώ ξεκινούν ως πολιτικές αντιδικίες, αρκετά συχνά καταλήγουν στα ποινικά ακροατήρια είτε µε τη µορφή Παραβίασης δικαστικών αποφάσεων είτε µε την ακόµα χειρότερη µορφή ως υποθέσεις Ενδοοικογενειακής βίας. Θεωρούµε ιερό καθήκον την στήριξη και Υπεράσπιση θυµάτων ενδοοικογενειακής βίας (το γραφείο µας διαθέτει την υποδοµή και τεχνογνωσία χειρισµο ύ τέτοιων περιστατικών , συνεργαζόµενο τόσο µε δοµές όσο και µε ειδικούς ψυχολόγους/παιδοψυχολόγους όπου κρίνεται απαραίτητο) και για το λόγο οι υποθέσεις Οικογενειακού δικαίου αποτελούν προτεραιότητα µας είτε αφορά την έκδοση Διαζυγίου, Ασφαλιστικών µέτρων Επικοινωνίας, Επιµέλειας, Διατροφής, Μετοίκησης, Προσβολή Πατρότητας – Αναγνώριση Τέκνου, είτε Υποθέσεις Ενδοοικογενειακής Βίας (Ν. 3500/2006) αλλά και Αιτήσεις αφαίρεσης επιµέλειας και Αγωγές που αφορούν την συµµετοχή στα Αποκτήµατα κατά τη διάρκεια του έγγαµου βίου.