Η «Φωτογραφική» Συνεπιμέλεια και η Διάψευση των Προσδοκιών: Μια Ανατομία της Θεσμικής Ανισότητας
Η ψήφιση του Νόμου 4800/2021 χαιρετίστηκε αρχικά ως μια τομή που θα μετέφερε το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο στον 21ο αιώνα, υποσχόμενη την ουσιαστική μετάβαση από την «αποκλειστική επιμέλεια» στην «από κοινού και εξίσου» γονική μέριμνα. Φτάνοντας όμως στο 2026, η πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες οικογένειες στις δικαστικές αίθουσες αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη και, συχνά, επώδυνη. Η νομοθετική πρόθεση φαίνεται να προσκρούει σε σκληρές στρατηγικές αντιδικίας, μετατρέποντας το «συμφέρον του τέκνου» από νομική πυξίδα σε ένα ευρύχωρο επιχείρημα που εργαλειοποιείται ανάλογα με τις επιδιώξεις των διαδίκων.
Σε όλα αυτά, λοιπόν, έρχεται να προστεθεί ένα ακόμα “νομικό εργαλείο” με την “Τροπολογία Κεφαλογιάννη”, η οποία εισάγει τη δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης πρωτόδικων αποφάσεων μέχρι την τελεσίδικη κρίση του Εφετείου. Η σύνδεση της διάταξης αυτής με συγκεκριμένα δημόσια πρόσωπα, όπως η περίπτωση της κυρίας Κεφαλογιάννη που βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας, εγείρει σοβαρά θεσμικά ερωτήματα για το αν το οικογενειακό δίκαιο μετατρέπεται σε πεδίο εξυπηρέτησης προσωπικών ή πολιτικών σκοπιμοτήτων. Όταν ένας νόμος μοιάζει να γράφεται για να εξυπηρετήσει «VIP» διαδίκους, η εμπιστοσύνη του πολίτη προς τη νομοθετική εξουσία κλονίζεται συθέμελα, αφήνοντας την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ως το μοναδικό ανάχωμα απέναντι σε τέτοιες διολισθήσεις.
Αυτή η δικονομική εξέλιξη, που επιτρέπει το «πάγωμα» των αποφάσεων, κινδυνεύει να εγκλωβίσει τα παιδιά σε έναν πολυετή δικαστικό λήθαργο και έρχεται να προστεθεί στην λίστα δικονομικών όπλων, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα και τις αιτήσεις μεταρρύθμισης αποφάσεων (που έτσι και αλλιώς υπήρχαν). Παρατηρείται, λοιπόν, ένας ιδιότυπος δικαστικός πληθωρισμός, όπου κάθε συναισθηματική διαφορά του διαζυγίου μεταφέρεται αυτούσια στη ρύθμιση της ζωής των παιδιών. Η ευκολία με την οποία ένας γονέας μπορεί να μπλοκάρει τη συνεπιμέλεια, προβάλλοντας υποκειμενικά επιχειρήματα περί «ακαταλληλότητας» χωρίς σοβαρή τεκμηρίωση, αποδεικνύει ότι ο νόμος παραμένει ημιτελής. Αντί για συνεργασία, το σύστημα συντηρεί την προσωπική πικρία, επιτρέποντας στους γονείς να χρησιμοποιούν το παιδί ως τρόπαιο στην πολιτική ή προσωπική τους επιβίωση. Επιπλέον, παράλληλα με τα οικογενειακά δικαστήρια, έχουμε σε πολλές περιπτώσεις την ποινικοποίηση της αστικής δίκης, με την εργαλειοποίηση του νόμου περι ενδοοικογενειακής βίας που αποτελεί τη σκοτεινή πλευρά αυτής της μάχης, κάτι που έπρεπε να είναι η εξαίρεση, γίνεται ο κανόνας σε όλες σχεδόν τις οικογενειακές διαφορές. Ο νόμος ορίζει ορθώς ότι η βία κάμπτει τη συνεπιμέλεια, όμως στην πράξη βλέπουμε στρατηγικές μηνύσεις που στόχο έχουν τον άμεσο αποκλεισμό του άλλου γονέα, ή αντίστροφα, πραγματικά θύματα βίας να κατηγορούνται για «αποξένωση» όταν προσπαθούν να προστατεύσουν το παιδί τους. Η βία συχνά υποβαθμίζεται σε ένα ακόμη νομικό επιχείρημα στη ζυγαριά της δικαιοσύνης
«Γονέας των διακοπών»
Από την άλλη πλευρά η πιο τρανταχτή ανισότητα του Νομοθετικού Πλαισίου, δεν έχει λάβει ιδιαίτερη δημοσιότητα, και εντοπίζεται στο παράδοξο της επικοινωνίας. Ενώ για τον γονέα που δεν διαμένει με το παιδί, συνήθως τον πατέρα, η επικοινωνία θεωρείται «δικαίωμα», για τη μητέρα η φροντίδα παραμένει μια αδιαπραγμάτευτη και εξαντλητική υποχρέωση. Δημιουργείται έτσι μια ασυμμετρία: πατέρες που ζητούν μέσω ασφαλιστικών μέτρων μόνο τα Σαββατοκύριακα επικαλούμενοι φόρτο εργασίας, αφήνοντας στις γυναίκες το 100% της καθημερινής ευθύνης για το σχολείο, την υγεία και την ανατροφή 24/7. Ο ένας γονέας καταλήγει να είναι ο «γονέας των διακοπών» και ο άλλος ο μόνος υπεύθυνος για τη σκληρή πραγματικότητα, χωρίς ο νόμος να επιβάλλει καμία ποινική κύρωση για την παράλειψη της επικοινωνίας, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τη διατροφή.
Οι περιπτώσεις δε μη καταβολής διατροφής, παραμένουν μια ανοιχτή πληγή. Η δικονομική βραδύτητα του ποινικού νόμου σημαίνει ότι μια γυναίκα μπορεί να μείνει χωρίς καμία οικονομική στήριξη για χρόνια, παλεύοντας μόνη της σε ένα σύστημα που απαιτεί ισότητα στα λόγια αλλά συντηρεί την ανισότητα στις πράξεις, καθώς απαιτεί σωρεία δικογράφων (μηνύσεις/αγωγές/αναγκαστική εκτέλεση) και δικαστήρια που απο μόνα τους είναι οικονομικώς εξαντλητικά.
Για να πάψει ο Νόμος 4800/2021 να είναι ένα άδειο κέλυφος, απαιτούνται ριζικές τομές. Η ίδρυση αυτόνομων Οικογενειακών Δικαστηρίων με εξειδικευμένους δικαστές και διεπιστημονικές ομάδες είναι το πρώτο βήμα για να σταματήσει η υποκειμενική κρίση. Μείωση και όχι αύξηση των ειδών των δικονομικών όπλων, ώστε να ενισχυθούν τα εξωδικαστικά εργαλεία και η Διαμεσολάβηση. Η επικοινωνία πρέπει να μετατραπεί από προαιρετικό δικαίωμα σε «καθήκον μέριμνας» με ανάλογες κυρώσεις, ώστε κανένας γονέας να μην επιλέγει μόνο τα «εύκολα» διαστήματα αλλά να συμμετέχει υποχρεωτικά όπως πρέπει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του παιδιού. Επιπλέον, η συνεπιμέλεια θα μπορούσε να ξεκινά από τη βάση του ισόχρονου καταμερισμού και της άμεσης οικονομικής προστασίας μέσω ενός κρατικού ταμείου διατροφής στις περιπτώσεις που δεν καταβάλλονται, ώστε να αποτελεί ευθύνη του κράτους να εισπράξει τα οφειλόμενα από το μέρος που δεν κατέβαλλε διατροφή.
Μόνο αν η πολιτεία αντιμετωπίσει τη συνεπιμέλεια ως κοινή ευθύνη και όχι ως δικονομικό τρόπαιο, θα μπορέσουμε να μιλάμε για έναν νόμο που υπηρετεί πραγματικά την επόμενη γενιά και όχι τις στρατηγικές των VIPS ή την προσωπική πικρία των ενηλίκων.
ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΗ – ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Στην Ελλάδα η ισονομία είναι μια ωραία θεωρία που διδάσκεται στα σχολεία, αλλά στην πράξη μοιάζει με το «δικαίωμα» όλων να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες. Όταν όμως η συζήτηση φτάνει στην περίπτωση της Όλγας Κεφαλογιάννη και στις νομοθετικές ακροβασίες που συνοδεύουν τις προσωπικές της περιπέτειες, η υποκρισία του συστήματος χτυπάει κόκκινο. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια οικογενειακή διαμάχη που βγήκε στα μανταλάκια, αλλά με μια βαθιά θεσμική προσβολή: την εργαλειοποίηση της νομοθετικής εξουσίας για την εξυπηρέτηση του «εγώ».
Η διαφορά μεταξύ του πολιτικού και του απλού πολίτη στην Ελλάδα δεν είναι μόνο ταξική, είναι σχεδόν βιολογική. Ο πολίτης, ο ανώνυμος «κύριος Γιώργος», όταν έρχεται αντιμέτωπος με το δαιδαλώδες οικογενειακό δίκαιο ή τις δυσλειτουργίες της δικαιοσύνης, καλείται να οπλιστεί με υπομονή ετών, να πληρώσει παράβολα που δεν έχει και να ελπίζει ότι ο νόμος, ως άψυχος οδοστρωτήρας, θα τον προσπεράσει χωρίς να τον συνθλίψει. Αντίθετα, ο πολιτικός ή έστω κάποιοι, αντιμετωπίζει τον νόμο σαν έναν πηλό που μπορεί να ξαναπλαστεί την ώρα της κρίσης. Όταν η ανάγκη γίνεται προσωπική, η γραφειοκρατία εξαφανίζεται, οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες επιταχύνονται και οι τροπολογίες εμφανίζονται σαν από μηχανής θεοί για να δώσουν λύσεις που ο υπόλοιπος λαός δεν θα τολμούσε καν να ονειρευτεί.
Εδώ προκύπτει το μεγάλο ερώτημα για τον θεσμικό ρόλο: Πότε ένας υπουργός παύει να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και αρχίζει να λειτουργεί ως διαχειριστής της προσωπικής του άνεσης; Η απάντηση κρύβεται στην έλλειψη αιδούς. Ο θεσμικός ρόλος απαιτεί, αν μη τι άλλο, μια στοιχειώδη απόσταση από το νομοθετικό έργο όταν αυτό εφάπτεται με την προσωπική σου ζωή. Όταν όμως βλέπουμε διατάξεις να φωτογραφίζουν καταστάσεις που αφορούν την επιμέλεια, την οικογενειακή εστία ή τις προϋποθέσεις ενός διαζυγίου ακριβώς τη στιγμή που «καίγεται» το σπίτι ενός πολιτικού προσώπου, τότε η δημοκρατία μετατρέπεται σε ένα ιδιωτικό κλαμπ προνομιούχων. Είναι η απόλυτη κατάχρηση δικαιώματος: να χρησιμοποιείς τη σφραγίδα του κράτους για να σφραγίσεις τις τρύπες της ιδιωτικής σου ζωής.
Το πιο προκλητικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι η ταχύτητα των αντανακλαστικών. Για χιλιάδες πολίτες που φωνάζουν για τις αδικίες του οικογενειακού δικαίου, η πολιτεία απαντά με «επιτροπές» και «διαβουλεύσεις» που διαρκούν αιώνες. Για την πολιτική ελίτ, ο χρόνος είναι σχετικός. Οι νόμοι αλλάζουν με την ίδια ευκολία που αλλάζει μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, αρκεί το πρόβλημα να έχει το σωστό ονοματεπώνυμο. Αυτή η «tailor-made» νομοθεσία είναι το πιο ξεκάθαρο δείγμα ότι ζούμε σε μια χώρα δύο ταχυτήτων, όπου η νομιμότητα είναι ένα ελαστικό δίχτυ που προστατεύει τους λίγους και εγκλωβίζει τους πολλούς. Το δράμα της κα. Κεφαλογιάννη μπορεί να είναι ανθρώπινο, αλλά η διαχείρισή του είναι καθαρά ηγεμονική, υπενθυμίζοντάς μας ότι στην Ελλάδα της «αριστείας», ο νόμος είναι το δίκαιο του ισχυρού και ο ισχυρός έχει πάντα το τηλέφωνο του νομοθέτη στην ταχεία κλήση.
Γράφει ο Κατσάμπουλας Δημήτρης, Διαχειριστής Εταίρος

