Το εξ αδιαθέτου Κληρονομικό δικαίωμα του θετού τέκνου απέναντι στον θετό γονέα και την βιολογική του οικογένεια.

ΤΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΥΙΟΘΕΤΗΜΕΝΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΤΗ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Πριν και μετά την εφαρμογή του Ν. 2447/1996

Με το παρόν άρθρο αναπτύσσονται τα αποτελέσματα της υιοθεσίας στις σχέσεις θετών και φυσικών γονέων υπό το πρίσμα της θεωρίας και της νομολογίας.

Η υιοθεσία δημιουργεί συγγένεια μεταξύ προσώπων άνευ βιολογικών δεσμών. Το θετό τέκνο έχει από την τέλεση της υιοθεσίας θέση τέκνου γεννημένο σε γάμο έναντι του θετού γονέα και των βιολογικών συγγενών του (ΑΚ 1561), επομένως, αποκτά από την τέλεση της υιοθεσίας εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα έναντι των παραπάνω προσώπων.

Μετά την τροποποίηση του δικαίου της υιοθεσίας με τους ν. 2447/1996 και 2915/2001 διακρίνουμε δυο βασικές περιπτώσεις υιοθεσίας με διαφορετικές επιμέρους ρυθμίσεις: την υιοθεσία ανηλίκου, η οποία είναι πλέον πλήρης, με την έννοια ότι συνεπάγεται την πλήρη ένταξη του τέκνου στη θετή οικογένεια  και την αποκοπή κάθε δεσμού με τη φυσική οικογένεια (ΑΚ 1542-1578) και την υιοθεσία ενηλίκου, η οποία είναι ατελής, με την έννοια ότι δημιουργεί περιορισμένης έκτασης συγγένεια και επιτρέπεται υπό όρους (ΑΚ 1579 όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 2915/2001).

Τα αποτελέσματα της υιοθεσίας αρχίζουν, σύμφωνα με την ΑΚ 1560, από την τελεσιδικία της σχετικής δικαστικής απόφασης.

Επομένως από το χρονικό αυτό σημείο, το θετό τέκνο έχει εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του θετού γονέα.

Εάν ο υιοθετών αποβιώσει πριν από την τελεσιδικία της απόφασης περί υιοθεσίας, δεν υπάρχει κληρονομικό δικαίωμα του τέκνου απέναντι του, διότι με τον θάνατο του υιοθετούντος η τέλεση της υιοθεσίας ματαιώνεται.

Το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του θετού τέκνου απέναντι στον θετό γονέα καλύπτει και τους κατιόντες του πρώτου, που καλούνται κατα το ΑΚ 1813 παρ. 2 σε περίπτωση έκπτωσης αυτού πριν από την επαγωγή. Μάλιστα για την κλήση των απώτερων κατιόντων στην εξ αδιαθέτου διαδοχή του θετού γονέα είναι άνευ σημασίας, εάν αυτοί γεννήθηκαν πριν ή μετά την υιοθεσία ή αν ο συγγενικός τους δεσμός στηρίζεται στην βιολογική αλήθεια ή στον νόμο.

Έτσι, αν το θετό τέκνο που προαπεβίωσε είχε υιοθετήσει με την σειρά του ανήλικο πρόσωπο, μεταξύ του τελευταίου και του θετού γονέα του πρώτου δημιουργείται σχέση ανιόντος προς κατιόντα, επομένως ο απώτερος κατιών καλείται κατα το ΑΚ 1813 παρ. 2 στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής.

Ενόψει της διακοπής κάθε δεσμού του θετού τέκνου με τη φυσική του οικογένεια (ΑΚ 1561 εδ.α’) δεν δημιουργείται εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα αυτού έναντι των βιολογικών συγγενών του.

Σε περίπτωση λύσης της υιοθεσίας (ΑΚ 1571,1573,1576) παύει η σχέση του θετού τέκνου και των κατιόντων του με αυτόν που τον υιοθέτησε και τους έως τότε συγγενείς του και αναβιώνουν οι δεσμοί με την φυσική του οικογένεια. Συνεπώς δεν υπάρχει κληρονομικό δικαίωμα του θετού τέκνου έναντι του υιοθετήσαντος, αν η υιοθεσία έχει ήδη λυθεί κατα τον χρόνο του θανάτου του τελευταίου.

Ζήτημα γεννάται με το τι ρύθμιση επέρχεται επι υιοθεσίας, που η οριστική για αυτήν δικαστική απόφαση εκδόθηκε πριν από την ισχύ του ν. 2447/1996.

Με την έναρξη ισχύος του ν. 2447/1996 καταργήθηκε παλαιότερη διάταξη του ΑΚ σύμφωνα με την οποία “τα εκ της συγγένειας δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ του θετού τέκνου και της φυσικής του οικογένειας, ενόσω στο νόμο δεν οριζόταν αλλιώς, παρέμεναν αμετάβλητα.” 

Πρέπει δηλαδή να διαπιστωθεί εάν ο υιοθετημένος διατηρεί κληρονομικό δικαίωμα έναντι της φυσικής του οικογένειας ή έχουμε αποκλεισμό αυτού του δικαιώματος.

Νομολογία του Εφετείου Αθηνών (ΕφΑθ 3118/2009) προσέγγισε το ζήτημα υπό την σκοπιά της διαχρονικότητας του δικαίου που καταστρώνεται στο άρθρο 57 παρ.1 του Ν. 2447/1996. Κρίθηκε ως ορθότερη η λύση που εξασφαλίζει την ενότητα του διαχρονικού κληρονομικού δικαίου. Έτσι, σε περίπτωση υιοθεσίας που η οριστική για αυτήν δικαστική απόφαση εκδόθηκε πριν τεθεί σε εφαρμογή το νέο δίκαιο (30/12/96) και στη συνέχεια, δηλαδή μετά την εφαρμογή του, απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο φυσικός γονέας, το επιζών φυσικό τέκνο δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα κατα την πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής 

Ο Άρειος Πάγος με ποικιλία νομολογίας (βλ. ΑΠ 2083/2014 , ΑΠ 2197/2013) αποφάνθηκε ότι “επι υιοθεσιών ανηλίκων που τελέστηκαν πριν από τον ν. 2447/1996 η πλήρης ένταξη του υιοθετημένου στην οικογένεια του υιοθετήσαντος αφέθηκε στην πρωτοβουλία του τελευταίου και συντελείται με την υποβολή από αυτόν σχετικής αίτησης και την έκδοση δικαστικής απόφασης, από την οποία και γεννάται το αμοιβαίο, μεταξύ θετού τέκνου και υιοθετήσαντος, κληρονομικό δικαίωμα, με αντίστοιχη την κατάργηση του (προϋφισταμένου) κληρονομικού δικαιώματος του ανηλίκου έναντι της φυσικής του οικογένειας”

Επομένως, πριν(χωρίς) την ένταξη αυτή, που πραγματοποιείται με την αίτηση του άρθρου 57 του ν.2447/1996, δεν καταλύεται το κληρονομικό δικαίωμα του υιοθετήσαντος.

Scroll to Top
Νάντια Ν. Σαλτερή

Εξωτερική Συνεργάτης στην Νάξο και στην Αθήνα

Είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Νάξου,
Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στο Φορολογικό Δίκαιο του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.(Ο.Π.Α)
Έχει διατελέσει Νομικός σύμβουλος σε γνωστό όμιλο ο οποίος δραστηριοποιείται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παγκοσμίως. (Χιλή, Αργεντινή, Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Βραζιλία, Γαλλία).
Εξειδικεύεται στο Φορολογικό Ποινικό δίκαιο, Δίκαιο των Συμβάσεων, Εμπορικό δίκαιο και Δίκαιο Ακινήτων.
Ομιλεί Αγγλικά και Γαλλικά

Χριστίνα Δ. Αρβανίτη

Είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και
εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών,
Έχει διατελέσει μέλος του Νομικού Τμήματος της Περιφέρειας Αττικής (Τμήμα Νομικής
Υποστήριξης Περιφερειακής Ενότητας Ανατολικής Αττικής) και στη συνέχεια στο Δήμο Αθηναίων
ως στέλεχος του Νομικού τμήματος με κύρια απασχόληση υποθέσεις Διοικητικού, Αστικού και
Εργατικού Δικαίου.
Έχει απασχοληθεί με υποθέσεις Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος και μεγάλων
Ξενοδοχειακών μονάδων και καταλυμάτων. Έχει χειριστεί σημαντικές υποθέσεις σε όλο το φάσμα
του εμπορικού και αστικού δικαίου. Ενεργή συμμετοχή επίσης είχε και στις υποθέσεις που
αφορούσαν τα Ναυπηγεία Ελευσίνας.
Εξειδικεύεται στο Οικογενειακό Δίκαιο, σε υποθέσεις Ενδοοικογενειακής Βίας και Ανήλικων
Παραβατών.
Ομιλεί Αγγλικά και Γαλλικά.

Δημήτρης Α. Κατσάμπουλας

Είναι απόφοιτος της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένος στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Ομιλεί Αγγλικά και Γερμανικά.

Έχει διατελέσει Διοικητικό στέλεχος και Νομικός σύμβουλος σε Ιδιωτική Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής απασχολούμενος με το Οικογενειακό και Ιατρικό Ποινικό Δίκαιο. Έχει ασχοληθεί με ποικιλία Ποινικών υποθέσεων που απασχόλησαν την επικαιρότητα (Ανθρωποκτονίες, Διακίνηση Ναρκωτικών, Συμμορίες, Ενδοοικ. Βία, Σωματικές Βλάβες, Νεαρούς Εγκληματίες, Εγκληματικές οργανώσεις). Επιπλέον, εξειδικεύεται στο Οικογενειακό δίκαιο – Λήψη Ασφαλιστικών μέτρων και Διαζύγια με καθημερινή παρουσία του Γραφείου στα ακροατήρια του Πρωτοδικείου και Εφετείου, όπως και των Πλημμελειοδικείων για Υποθέσεις Ενδοοικογενειακής Βίας(Ν.3500/2006). Είναι υπεύθυνος του ομώνυμου Γραφείου όπου με τους εκλεκτούς συναδέλφους του παρέχουν υπεράσπιση με ακεραιότητα, εντιμότητα και δυναμισμό.

Ανθή Σ. Τσίγκου

Είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών,
Κατέχει Μεταπτυχιακό Τίτλο από το πανεπιστήμιο του CARDIFF METROPOLITAN UNIVERSITY – CITY UNITY COLLEGE – LLM στο Διεθνές Επιχειρηματικό Δίκαιο.
Εξειδικεύεται στο Τραπεζικό δίκαιο, το Εμπορικό δίκαιο και το Ασφαλιστικό δίκαιο, ενώ έχει συνεργαστεί με Ασφαλιστικές και Ναυτιλιακές Εταιρείες εντός και εκτός Ελλάδος.
Είναι Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας
Εκπαιδεύτηκε στο GDPR (Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων- Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679)
Επιπρόσθετα είναι Μέλος της Επιτροπής για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.
Ομιλεί Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά.