Ελαστικότητα ποινής κατα την διάρκεια της έκτισης / Αίτηση Αποφυλάκισης

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΗΣ

Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εξέδωσε εγκύκλιο η οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων και στους
όρους τους οποίους επιβάλουν τα δικαστήρια κατά την έκτιση ποινής ή την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή κατά την υφ΄ όρον απόλυση.

Αναστολή εκτέλεσης ποινής, καινοτομίες:

Βασικό μέλημα του νομοθέτη και της κοινωνίας είναι η ειδικοπροληπτική λειτουργία που
έχει η άσκηση του τιμωρητικού δικαιώματος της πολιτείας με την ποινική μεταχείριση του
δράστη. Στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή της ποινής σε παροχή
κοινωφελούς εργασίας κατά το 104 Α ΠΚ δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα
από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων το δικαστήριο δύναται να διατάξει την
πραγματική έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής η διάρκεια του οποίου
μπορεί να είναι μεταξύ δέκα ημερών και τριών μηνών διατάσσοντας την αναστολή
εκτέλεσης του υπολοίπου με συγκεκριμένους όρους και ορίζοντας επίσης τι δύναται να
διατάξει το δικαστήριο σε περίπτωση παραβίασης των όρων.

Έτσι το άρθρο 100 του ΠΚ αντικαθίσταται, σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που εισάγεται
προς ψήφιση ως εξής: άρθρο 100 «εάν κάποιος καταδικασθεί σε φυλάκιση που δεν
υπερβαίνει τα τρία έτη, εισάγεται ο επικουρικός χαρακτήρας, το δικαστήριο μόνον εφόσον
κρίνει ότι η μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το 104 Α δεν θα
είναι επαρκής για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων
πράξεων και ότι για το σκοπό αυτό είναι απολύτως αναγκαία η έκτιση μέρους της
στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί να διατάξει την πραγματική εκτέλεση του μέρους
αυτού»

Νέο στοιχείο επίσης, είναι ότι αποκλείεται η εφαρμογή του 105Β, δεν επιτρέπεται δηλαδή η
υφ όρον απόλυση.

Σύμφωνα με το 101 ΠΚ «αν μετά την χορήγηση της αναστολής ή κατά τη διάρκεια της
αποδειχθεί ότι αυτός που την έλαβε είχε προηγουμένως καταδικασθεί αμετάκλητα σε
στερητική της ελευθερίας ποινή για κάποια από τις πράξεις που ορίζει το άρθρο 99, το
δικαστήριο ανακαλεί την αναστολή», επίσης εισάγεται το άρθρο 103, που αφορά την
ενέργεια αλλοδαπών αποφάσεων, αν η καταδίκη που ορίζουν τα 99,101,102 επήλθε με
απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, η ενέργεια της όσων αφορά την χορήγηση, την
ανάκληση, και την άρση της αναστολής, κρίνεται ελεύθερα από το δικαστήριο εκτός αν
ορίζεται διαφορετικά σε διατάξεις διεθνών ή ευρωπαϊκών κειμένων που δεσμεύουν την
χώρα μας. Σε περίπτωση άρσης της αναστολής αρμόδιο είναι το δικαστήριο που χορήγησε
την αναστολή.
Στο άρθρο 105 προσδιορίζονται κάποιες ειδικές κατηγορίες κρατουμένων με βάση την
ηλικία τους και τη σωματική υγεία τους, στις οποίες δύναται το δικαστήριο, το συμβούλιο
πλημμελειοδικών της περιοχής, να ορίσει ότι μέρος έκτισης της ποινής θα εκτιθεί στην
κατοικία του.

Με τη διάταξη αυτή, επαναλαμβάνεται παγίως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να
αποφασίσει με ειδική αιτιολογία ότι δεν αρκεί η κατ΄οίκον έκτιση της ποινής προκειμένου
να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων.
Σύμφωνα με τη διάταξη 81 του σωφρονιστικού κώδικα, η πολιτεία οφείλει να μεριμνά
έγκαιρα για την ομαλή επάνοδο και προσαρμογή του κρατουμένου που πρόκειται να
απολυθεί οριστικά, στο κοινωνικό, εργασιακό και οικογενειακό του περιβάλλον.
Με την τροποποίηση της απόλυσης υφ’ όρων (105Β) εισάγεται μια αυστηρότερη περίπτωση
για τα 4/5 της έκτισης για τα κακουργήματα της φοροδιαφυγής 4139/13, την εσχάτη
προδοσία, εγκληματική οργάνωση, τρομοκρατικές πράξεις, ανθρωποκτονία εκ προθέσεως,
εμπορία ανθρώπων, αρπαγή ανηλίκων, ληστεία, εκβίαση, καθώς και όλα τα εγκλήματα του
19 ου κεφαλαίου του ειδικού μέρους του κώδικα, τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας
αξιοπρέπειας, βιασμός, κατάχρηση ανηλίκων κλπ, πάει στα 4/5 υφ΄ όρων απόλυση, ενώ
ορίζεται και η πραγματική έκτιση για τα εγκλήματα αυτά, ο καταδικασθείς θα πρέπει να
έχει παραμείνει σε πραγματική έκτιση χρόνο ίσο με τα 3/5 της ποινής που του έχει
επιβληθεί και σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, 18 ετών.

Άρα, το άρθρο 105Β διαμορφώνεται σχηματικά σε:

Περίπτωση φυλάκισης 2/5
Περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης 3/5
Περίπτωση της παραγράφου 6 (τα προαναφερθέντα εγκλήματα) ειδικώς 4/5
Και τέλος η περίπτωση της Ισόβιας κάθειρξης τουλάχιστον 20 έτη και ανάλογα
διαμορφώνεται και η πραγματική έκτιση
.

Παρατηρούμε ότι γίνεται μια αρνητική απαρίθμηση των όρων μη χορήγησης της υφ΄ όρον
απόλυσης, για την οποία έχουμε εισηγηθεί στο παρελθόν ότι θα πρέπει ο νομοθέτης να
ενσωματώσει στη διάταξη αυτή και εξατομικευμένα στοιχεία της περίπτωσης των
κρατουμένων και όχι μόνο την κλασματική αναφορά έκτισης της ποινής ή το βαθμό
διαγωγής τους στο σωφρονιστικό κατάστημα

Ποια στοιχεία στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις χορήγησης ή μη της υφ΄όρον απόλυσης:


Σύμφωνα με το άρθρο 106 μπορεί να ΜΗ χορηγηθεί εάν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή
του καταδικασθέντος κατά την έκτιση της ποινής του καθιστά αναγκαία την συνέχιση της
κράτησης ώστε να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν, νέων αξιοποίνων πράξεων.

Το νέο στοιχείο που εισάγεται στο 106: Μόνη η αναιτιολόγητη επίκληση πειθαρχικού
παραπτώματος κατά την έκτιση της ποινής, δεν αρκεί για τη μη χορήγηση της απόλυσης.
Εδώ θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν και άλλα στοιχεία, όπως ένα στοιχείο πρόγνωσης
για την χορήγηση ή μη της απόλυσης.


Στο άρθρο 107 αναπτύσσεται η ανάκληση της απόλυσης, εφόσον ασκήθηκε σε βάρος του
δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον
ενός έτους.
Η άρση της απόλυσης: αίρεται αν μέσα στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο,
εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα με δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε
αμετακλήτως ποινή στερητικής ελευθερίας ανώτερη από ένα έτος.

Συνέπειες της μη ανάκλησης, αν από την απόλυση περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής
το οποίο υπολειπόταν για έκτιση σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή
αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση, θεωρείται ότι η ποινή εκτίθηκε.
Επίσης, νέες διατάξεις έχουν εισαχθεί στην απόλυση υπό τον όρο της κατ΄οίκον έκτισης της
ποινής με ηλεκτρονική επιτήρηση όπου στην παράγραφο 4 του άρθρου 110 Α προβλέπεται
ότι για την χορήγηση της υπ΄όρων απόλυσης ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που
υπολογίστηκε ενεργητικά, ενώ για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον
καταδικασθέντα για απόλυση αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για
χρονικό διάστημα ίσο με το 1/5 της ποινής που του επιβλήθηκε, και σε περίπτωση ισόβιας
κάθειρξης 12 ετών. Το χρονικό διάστημα του 1/5 ή στην ισόβια κάθειρξη των 12 ετών,
προσαυξάνεται κατά το 1/5 των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί στην περίπτωση
που αυτές τρέχουν σωρευτικά.


Σε κάθε περίπτωση όμως μπορεί να απολυθεί ο κρατούμενος εάν έχει παραμείνει στο
σωφρονιστικό ίδρυμα 14 έτη ή αν πρόκειται για ποινές ισόβιας κάθειρξης, εάν έχει
παραμείνει 20 έτη.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 299 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«ανθρωποκτονία με δόλο, όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη»
Δεν θα υπάρχει πλέον η διάκριση της πρόσκαιρης και ισόβιας κάθειρξης.
Τα άρθρα επομένως 99,100,101 κ.ε. δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο άρθρο 299ΠΚ,
Εφόσον θα έχουμε ισόβια κάθειρξη για κάθε έγκλημα ανεξαρτήτως πράξης, σκληρότητας,
όπου εδώ αξίζει να αναφέρουμε ξανά την εγκύκλιο του εισαγγελέα του ΑΠ που έχει
σημασία η σκληρότητα κατά γυναικών, εκεί έχει σημασία να επιστήσει κανείς την προσοχή
του, και του νομοθέτη και των εισαγγελικών αρχών, στην ιδιαίτερη σκληρότητα του
εντόνως εμφανιζομένου φαινομένου της σκληρότητας κατά γυναικών τους τελευταίους
μήνες.
Εγείρεται επομένως το ουσιώδες ερώτημα που έχει τεθεί και από το ΕΔΔΑ περί του
αναγκαίου πλαισίου ποινής, ώστε να κρίνει κάθε ποινή που επιβάλλεται σε συγκεκριμένη
περίπτωση.


Μετά την απόρριψη του ισχυρισμού περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων όλες οι
ανθρωποκτονίες, δεν πρέπει να εξομοιώνονται κατά την ποινική μεταχείριση τους, καθώς
στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά καταργείται η διάταξη του άρθρου 79 περί της
επιμέτρησης της ποινής.


Με την επιμέτρηση καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία, με βάση τη βαρύτητα της
πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου για αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία
που λειτουργούν υπερ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής
για τον ίδιο και τους οικείους του, τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα, τη φύση, το είδος,
το αντικείμενο του εγκλήματος και όλες τις περιστάσεις, τόπο, χρόνο, μέσο κλπ.
Επίσης εξετάζει την ένταση του δόλου, ή το βαθμό της αμέλειας, τα αίτια που τον ώθησαν
στην εκτέλεση του εγκλήματος, τον χαρακτήρα, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις,
βαθμό δυνατότητας και ικανότητας να πράξει διαφορετικά, το άλλως δύνασθαι πράττειν, την διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης.
Ενώ στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται στοιχεία είναι ότι έπαιξε στο
έγκλημα έναν υποδεέστερο ρόλο, ότι έπραξε κατά τη διάρκεια συναισθηματικής φόρτισης ,
ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών κλπ.

Υφίσταται ζήτημα αξιολογικής αντινομίας, διότι τα στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί ήδη από
τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της επαπειλούμενης ποινής, δεν λαμβάνονται υπόψιν
από το δικαστήριο επιπροσθέτως κατά την επιμέτρηση ενώ στην απόφαση λέει πρέπει να
αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την
επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε.

Αξιολογική Αντινομία υπάρχει όταν ο νομοθέτης εκφράζει σε έναν κανόνα δικαίου μια
αξιολόγηση που βρίσκεται σε αντίφαση με αξιολόγηση που εξέφρασε σε άλλον κανόνα
δικαίου, ενώ οι δύο κανόνες έχουν διαφορετικό πραγματικό, αλλιώς θα είχαμε κανονιστική
αντινομία.
Παρά την ύπαρξη κανόνα δικαίου που προβλέπει την υποχρέωση του δικαστηρίου να λάβει
τα προαναφερθέντα στοιχεία υπόψιν, στο άρθρο 79, παρέλκει η εξέταση αυτών των
στοιχείων στη συνέχεια, που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψιν κατά την επιμέτρηση της
ποινής.
Έτσι η ισόβια κάθειρξη θα προβλέπεται ανεξάρτητα από τα αίτια που ώθησαν τον δράστη
στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επεδίωξε
κτλπ στοιχεία.
Η αντινομία αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε με συστολή του γράμματος του νόμου,
για αυτό και πρέπει να παραμείνει η διάταξη ως έχει.

Scroll to Top
Νάντια Ν. Σαλτερή

Εξωτερική Συνεργάτης στην Νάξο και στην Αθήνα

Είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Νάξου,
Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στο Φορολογικό Δίκαιο του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.(Ο.Π.Α)
Έχει διατελέσει Νομικός σύμβουλος σε γνωστό όμιλο ο οποίος δραστηριοποιείται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παγκοσμίως. (Χιλή, Αργεντινή, Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Βραζιλία, Γαλλία).
Εξειδικεύεται στο Φορολογικό Ποινικό δίκαιο, Δίκαιο των Συμβάσεων, Εμπορικό δίκαιο και Δίκαιο Ακινήτων.
Ομιλεί Αγγλικά και Γαλλικά

Χριστίνα Δ. Αρβανίτη

Είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και
εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών,
Έχει διατελέσει μέλος του Νομικού Τμήματος της Περιφέρειας Αττικής (Τμήμα Νομικής
Υποστήριξης Περιφερειακής Ενότητας Ανατολικής Αττικής) και στη συνέχεια στο Δήμο Αθηναίων
ως στέλεχος του Νομικού τμήματος με κύρια απασχόληση υποθέσεις Διοικητικού, Αστικού και
Εργατικού Δικαίου.
Έχει απασχοληθεί με υποθέσεις Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος και μεγάλων
Ξενοδοχειακών μονάδων και καταλυμάτων. Έχει χειριστεί σημαντικές υποθέσεις σε όλο το φάσμα
του εμπορικού και αστικού δικαίου. Ενεργή συμμετοχή επίσης είχε και στις υποθέσεις που
αφορούσαν τα Ναυπηγεία Ελευσίνας.
Εξειδικεύεται στο Οικογενειακό Δίκαιο, σε υποθέσεις Ενδοοικογενειακής Βίας και Ανήλικων
Παραβατών.
Ομιλεί Αγγλικά και Γαλλικά.

Δημήτρης Α. Κατσάμπουλας

Είναι απόφοιτος της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένος στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Ομιλεί Αγγλικά και Γερμανικά.

Έχει διατελέσει Διοικητικό στέλεχος και Νομικός σύμβουλος σε Ιδιωτική Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής απασχολούμενος με το Οικογενειακό και Ιατρικό Ποινικό Δίκαιο. Έχει ασχοληθεί με ποικιλία Ποινικών υποθέσεων που απασχόλησαν την επικαιρότητα (Ανθρωποκτονίες, Διακίνηση Ναρκωτικών, Συμμορίες, Ενδοοικ. Βία, Σωματικές Βλάβες, Νεαρούς Εγκληματίες, Εγκληματικές οργανώσεις). Επιπλέον, εξειδικεύεται στο Οικογενειακό δίκαιο – Λήψη Ασφαλιστικών μέτρων και Διαζύγια με καθημερινή παρουσία του Γραφείου στα ακροατήρια του Πρωτοδικείου και Εφετείου, όπως και των Πλημμελειοδικείων για Υποθέσεις Ενδοοικογενειακής Βίας(Ν.3500/2006). Είναι υπεύθυνος του ομώνυμου Γραφείου όπου με τους εκλεκτούς συναδέλφους του παρέχουν υπεράσπιση με ακεραιότητα, εντιμότητα και δυναμισμό.

Ανθή Σ. Τσίγκου

Είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών,
Κατέχει Μεταπτυχιακό Τίτλο από το πανεπιστήμιο του CARDIFF METROPOLITAN UNIVERSITY – CITY UNITY COLLEGE – LLM στο Διεθνές Επιχειρηματικό Δίκαιο.
Εξειδικεύεται στο Τραπεζικό δίκαιο, το Εμπορικό δίκαιο και το Ασφαλιστικό δίκαιο, ενώ έχει συνεργαστεί με Ασφαλιστικές και Ναυτιλιακές Εταιρείες εντός και εκτός Ελλάδος.
Είναι Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας
Εκπαιδεύτηκε στο GDPR (Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων- Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679)
Επιπρόσθετα είναι Μέλος της Επιτροπής για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.
Ομιλεί Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά.