Γράφει ο Δημήτρης Κατσάμπουλας, Δικηγόρος – Ποινικολόγος Αθηνών, Υπεύθυνος του Δικηγορικού Γραφείου “Δ.Κατσάμπουλας – Χ. Αρβανίτη και Συνεργάτες”
Στο ελληνικό οικογενειακό δίκαιο, και ευρύτερα στο πεδίο της δικαστηριακής πραγματικότητας, η διάλυση ενός γάμου δεν είναι ποτέ ένα απλό γεγονός. Από τη στιγμή που ξεκινά η σύγκρουση των συζύγων, το παιδί μετατρέπεται, συχνά ασυναίσθητα αλλά πολύ συχνά και συνειδητά, σε πεδίο μάχης, σε σύμβολο επικράτησης, σε μέσο πίεσης και τιμωρίας. Η ψυχολογική επιστήμη έχει διατυπώσει με επαρκή σαφήνεια ότι σε ένα περιβάλλον αντιπαλότητας το παιδί, ανυπεράσπιστο εκ φύσεως, καθίσταται έρμαιο των γονεϊκών εκρήξεων και της εκδικητικής δυναμικής που αναπτύσσεται μέσα σε έναν αποτυχημένο και συγκρουσιακό γάμο. Ως απόγονος του αντιπαθητικού ή ακόμη και μισητού συζύγου, συχνά φέρει, στη φαντασιακή κατασκευή του άλλου γονέα, «χαρακτηριστικά» που προκαλούν απέχθεια ή ειρωνεία, στοιχείο που οδηγεί σε παράλογες και βαθιά δυσλειτουργικές συμπεριφορές. Η παρατεταμένη ένταση δημιουργεί ψυχική κόπωση στους ενήλικες η οποία τους οδηγεί σε πράξεις και σχόλια που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα επέτρεπαν ποτέ στον εαυτό τους.
Το φαινόμενο καθίσταται ακόμη πιο οξύ όταν, μέσα σε αυτό το φορτισμένο περιβάλλον, ζητείται από το παιδί, άμεσα ή έμμεσα, να επιλέξει πλευρά. Η απαίτηση αυτή είναι ψυχολογικά καταστροφική. Το παιδί βρίσκεται να ακροβατεί πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, παγιδευμένο ανάμεσα στο δίπολο δύο προσώπων που αποτελούν τα θεμέλια ασφάλειας στη ζωή του. Η εσωτερική αυτή διάρρηξη παράγει συναισθηματική αστάθεια, ανασφάλεια, και σε βάθος χρόνου, έναν ολόκληρο μηχανισμό δυσλειτουργικών μοτίβων, ο οποίος το ακολουθεί στην ενήλικη ζωή. Η πιο επικίνδυνη μορφή αυτής της κατάστασης είναι η συστηματική εργαλειοποίηση του ανήλικου, δηλαδή η μετατροπή του σε όχημα επιβολής, σε φωνή καταγγελίας, σε «μάρτυρα» κατασκευασμένων αφηγήσεων κατά του άλλου γονέα. Όταν το παιδί γίνεται το στόμα που εκφέρει λόγο που δεν του ανήκει, τότε έχουμε την πιο καθαρή και επιβλαβή έκφανση της γονικής αποξένωσης.
Η γονική αποξένωση δεν είναι ένας θεωρητικός όρος, ούτε είναι «δικαιολογία» όπως συχνά παρουσιάζεται στον δημόσιο διάλογο. Είναι μία υπαρκτή και εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αφαίρεση επιμέλειας, όταν διαπιστωθεί ότι ο ένας γονέας υπονομεύει συστηματικά τον άλλον, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, κατευθύνει τον ανήλικο, ή, ακόμη χειρότερα, τον προτρέπει σε ανυπόστατες καταθέσεις ή καταγγελίες. Στο δικό μας γραφείο, που δραστηριοποιείται τόσο στο οικογενειακό όσο και στο ποινικό δίκαιο της ενδοοικογενειακής βίας, έχουμε αντιμετωπίσει ένα τεράστιο εύρος τέτοιων περιστατικών, σε Αθήνα και επαρχία, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε ποικιλία οικογενειακών συνθέσεων. Η πρακτική εμπειρία αποδεικνύει ότι ο μηχανισμός της χειραγώγησης μπορεί να είναι λεπτός, υπόγειος, αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικός πάνω σε έναν ανήλικο με ανάγκη έναντι των γονέων του για αποδοχή και ασφάλεια.
Στο ισχύον πλαίσιο των ασφαλιστικών μέτρων και των οικογενειακών διαφορών, η εξέταση του ανήλικου από το δικαστήριο, επηρεάζει συχνά την κρίση του δικαστή. Η άποψη του παιδιού, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το προεδρείο. Ωστόσο, πρέπει να ειπωθεί με απόλυτη καθαρότητα ότι οι ανήλικοι είναι συχνά παντελώς ακατάλληλοι να καθορίσουν το συμφέρον τους, όχι λόγω έλλειψης ευφυΐας, αλλά λόγω έλλειψης εμπειρίας ζωής, συναισθηματικής ωριμότητας και συνολικής θεώρησης της ζωής τους. Τα παιδιά, γνωρίζοντας άριστα τη δυναμική στις σχέσεις των γονέων τους, μπορούν να λειτουργήσουν χειριστικά: αν δεν ικανοποιούνται από τον έναν γονέα, γνωρίζουν ότι μπορούν να αναζητήσουν το επιθυμητό αποτέλεσμα από τον άλλο. Έτσι, όταν υπάρχει ένας γονέας που επιμένει για παράδειγμα σε σχολικές υποχρεώσεις, πειθαρχία, συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες και σταθερότητα και ένας δεύτερος που λειτουργεί πιο χαλαρά, το παιδί ως φυσικό επακόλουθο της ηλικίας και των αναγκών του έχει την τάση να ταυτίζεται με το περιβάλλον που του προσφέρει ευκολία.
Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις, η επιρροή του ενός γονέα μπορεί να φτάσει στο σημείο όπου ο ανήλικος, έχοντας πλήρως υιοθετήσει τις εχθρικές αφηγήσεις, καταγγέλλει ανυπόστατες πράξεις, υπάρχουν περιστατικά που υιοθετεί ψευδή αφήγηση κακοποίησης και μετατρέπεται σε όπλο σε μια ποινική διαδικασία ή σε ένα οικογενειακό δικαστήριο. Αυτή η πραγματικότητα είναι γνωστή στους νομικούς και στους δικαστικούς λειτουργούς και απαιτεί εξαιρετική προσοχή, διότι η ζημία που προκαλείται στο παιδί είναι βαρύτερη από οποιαδήποτε δικαστική ήττα ενός ενήλικα.
Η ανάγκη για θεσμική επαγρύπνηση είναι επιτακτική. Δικαστές, δικηγόροι, κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι οφείλουν να αναγνωρίζουν τους μηχανισμούς της αποξένωσης πίσω από το λόγο του παιδιού και να αξιολογούν με κριτικό βλέμμα όσα λέγονται, ώστε μέσα στο παιδοκεντρικό σύστημα να προκρίνεται πράγματι το πραγματικό συμφέρον του ανήλικου. Και το πραγματικό αυτό συμφέρον, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, ταυτίζεται με την παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του.
Η θέση μας παραμένει σταθερή: όπου είναι δυνατόν, η εξωδικαστική επίλυση, ο συναινετικός χωρισμός και η συνεπιμέλεια αποτελούν τα υγιέστερα μέσα προστασίας του παιδιού. Ένα ήρεμο, συνεργατικό περιβάλλον είναι η ασπίδα που οφείλουμε να του προσφέρουμε. Το διαζύγιο είναι αναμφισβήτητα μία καταστροφή για τον κόσμο ενός παιδιού. Η αποστολή όλων όσοι εμπλεκόμαστε θεσμικά είναι να διασφαλίσουμε ότι η καταστροφή αυτή δεν θα μετατραπεί σε μόνιμο τραύμα, αλλά σε ένα διαχειρίσιμο γεγονός, μέσα από την παρουσία, τη φροντίδα και την αγάπη και των δύο γονέων.

