Το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας. Άρθρο 133 Π.Κ.

ΤΟ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΤΕΦΗΒΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΑΡΟΥΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ. άρθρο 133 Π.Κ.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ολοένα και περισσότεροι νέοι που διαπράττουν σοβαρά εγκλήματα, οδηγούνται στα σωφρονιστικά ιδρύματα, για χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, απόπειρες ανθρωποκτονιών, κλοπές.Ο νομοθέτης με διάταξη του στον Ποινικό Κώδικα προβλέπει επιεικέστερη αντιμετώπιση σε όσους έχουν συμπληρώσει το 18ο μέχρι το 25ο έτος της ηλικίας τους, τους οποίους ονομάζει «νεαρούς ενήλικες». Το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας εφόσον γίνει δεκτό από το δικαστήριο παρέχει μια ιδιαίτερα ευνοϊκή ποινική αντιμετώπιση για τον παραβάτη.

Η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό που προκαλεί απογοήτευση και τρόμο. Πολλοί είναι οι λόγοι που ωθούν ανηλίκους και νέους ενήλικες σε παραβατικότητα, παρανομία ακόμα και εγκληματικότητα. Οι αιτίες είναι πολλαπλές, όμως τον κύριο λόγο έχει η οικογένεια και η κοινωνία. Αν και ο νόμος έχει τις κατάλληλες προβλέψεις για τις παραβατικές ενέργειες των νέων, ο στόχος δεν είναι η τιμωρία αλλά μια σωστή και ισορροπημένη κοινωνία, ξεκινώντας από το κύτταρο της, τους νέους.

Τα εγκλήματα, γενικά, προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός δράστη ο οποίος ως ανθρώπινο ον υφίσταται τις επιδράσεις πολλών παραγόντων τόσο εσωτερικών, της ιδιοσυστασίας του δηλαδή, όσο και εξωτερικών. Καθοριστικό ρόλο επομένως παίζει στο επίπεδο της εγκληματογέννεσης και η ηλικία του ατόμου.

Πράγματι η ηλικία αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα πρόβλεψης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με το πέρασμα του χρόνου το σώμα μεταμορφώνεται πράγμα που προσφέρει νέες δυνατότητες αλλά και επιβάλλει νέους περιορισμούς.

Η ατομική προσέγγιση μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι το έγκλημα παρουσιάζει μεγαλύτερη συχνότητα σε ορισμένες στιγμές της ζωής. Τα μικρά παιδιά που είναι τα πλέον βίαια δεν διαθέτουν τα μέσα για να εκδηλώσουν τη βιαιότητά τους και υφίστανται τον έλεγχο των ενηλίκων. Οι έφηβοι, από την πλευρά τους, έχουν συχνά τη διάθεση και την πρόθεση να παραβούν τους νόμους και διαθέτουν τα μέσα. Η ωριμότητα, η εργασία και η οικογένεια μειώνουν την επιθυμία για το έγκλημα στα ενήλικα άτομα. Μια περίοδος ανόδου της νεανικής παραβατικότητας μπορεί να έχει ως συνέπεια την άνοδο του γενικού δείκτη της εγκληματικότητας για τα επόμενα 10-20 χρόνια.

Ολοένα και περισσότεροι νέοι που διαπράττουν σοβαρά εγκλήματα, οδηγούνται στα σωφρονιστικά ιδρύματα, για χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, απόπειρες ανθρωποκτονιών, κλοπές.

Ο Έλληνας νομοθέτης ωστόσο έχει θεσπίσει μια διάταξη, το άρθρο 133 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία.: «Όταν ο δράστης κατά το χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί: α) να διατάξει τον περιορισμό του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 54) εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξή της προσωπικότητας του, λόγω νεαρής ηλικίας και ότι ο περιορισμός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, ή β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. β΄του άρθρου 130.»

Προβλέπεται δηλαδή, επιεικέστερη αντιμετώπιση σε όσους έχουν συμπληρώσει το 18ο μέχρι το 25ο έτος της ηλικίας τους, τους οποίους ονομάζει «νεαρούς ενήλικες». Οι παραβάτες αυτοί δεν ανήκουν πλέον στους ανηλίκους, εφόσον έχουν συμπληρώσει το 18ο της ηλικίας τους παρά ταύτα ο νόμος τους αντιμετωπίζει εξίσου με κάποια ελαστικότητα και επιείκεια, επιβάλλοντάς τους ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 (για πιο σοβαρές υποθέσεις) περίπτωση κατά την οποία κρατούνται και χωριστά από τους ενήλικους δράστες(άρθρο 130 παρ.3 Π.Κ.) ή τους επιβάλλει τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται και για τους ανήλικους. Γίνεται σαφές μέσα από τη μελέτη του νόμου πως ο νομοθέτης θεωρεί το στάδιο της μετεφηβικής ηλικίας αρκετά ευάλωτο για ένα άτομο, εδραιώνοντας την αντίληψη πως ακόμη και μετά τα 18 έτη ο άνθρωπος εξακολουθεί να αναπτύσσει στοιχεία της προσωπικότητας του και να θεωρείται ημιτελής.

Σε πρακτικό επίπεδο το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας αναγνωρίζεται αρκετά συχνά στην πράξη, καθώς τα δικαστήρια τείνουν να θεωρούν πως η ηλικία 18-25 αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο, κατά το οποίο διαμορφώνεται ακόμη η προσωπικότητα του παραβάτη για αυτό και χρήζει επιεικέστερης μεταχείρισης. Μια από τις πιο πρόσφατες αποφάσεις που στηρίζονται και στον νέο νόμο του 2019 είναι εκείνη του ΑΠ 1662/2019, όπου η διάταξη του 133 ΠΚ χαρακτηρίζεται λιγότερο αυστηρή της προγενέστερής της καθώς αύξησε το όριο της μετεφηβικής ηλικίας από 18 έως 25 έτη εν αντιθέσει με τα 21 που ίσχυαν πριν. Αυτή η μεταβολή στο νόμο αναδεικνύει και την άποψη του νομοθέτη ότι η ανωριμότητα του ενηλίκου παραβάτη εντείνεται για περισσότερο διάστημα, καθώς εκείνος διαμορφώνει ακόμα το χαρακτήρα του και διαθέτει τα στοιχεία της εφηβικής ηλικίας έως και τα 25 έτη.

Το αν θα γίνει δεκτό το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας είναι στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, και φυσικά υπάρχουν περιπτώσεις (όπως το ΜΟΔ Βέροιας 40/2001) όπου αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 133 Π.Κ., δηλαδή της δυνητικής μείωσης της ποινής. Ο λόγος προς τούτο και το κριτήριο αποκλεισμού μπορεί να είναι η ιδιαίτερη σκληρότητα, ο σχεδιασμός, η επιμέλεια του εγκλήματος και η ψυχραιμία με την οποία τελέστηκε.

Ωστόσο, η δυνητική μείωση της ποινής έχει ως σημείο αναφοράς την ηλικία του δράστη και ειδικότερα τον βαθμό ανάπτυξης των πνευματικών λειτουργιών, στοιχείο που μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο ακόμη και παρά την ηλικιακή του ενηλικίωση. Επομένως τα στοιχεία του σχεδιασμού, της ψυχραιμίας και της σκληρότητας κατά την τέλεση της πράξης δεν είναι αναγκαία ενδείξεις μιας απόλυτα ολοκληρωμένης πνευματικής ωριμότητας νεαρών ατόμων, ώστε να αποκλείουν από μόνες τους την αναγνώριση της μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 133 Π.Κ.

Scroll to Top
Νάντια Σαλτερή, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Νάντια Ν. Σαλτερή

Εξωτερική Συνεργάτης στην Νάξο και στην Αθήνα

Είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Νάξου,
Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στο Φορολογικό Δίκαιο του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.(Ο.Π.Α)
Έχει διατελέσει Νομικός σύμβουλος σε γνωστό όμιλο ο οποίος δραστηριοποιείται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παγκοσμίως. (Χιλή, Αργεντινή, Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Βραζιλία, Γαλλία).
Εξειδικεύεται στο Φορολογικό Ποινικό δίκαιο, Δίκαιο των Συμβάσεων, Εμπορικό δίκαιο και Δίκαιο Ακινήτων.
Ομιλεί Αγγλικά και Γαλλικά

Χριστίνα Αρβανίτη, δικηγόρος παρ’ Εφέταις – Δικηγορική εταιρεία Κατσαμπούλας-Αρβανίτη
Χριστίνα Δ. Αρβανίτη

Η κα. Αρβανίτη είναι Δικηγόρος παρ’ Εφέταις, απόφοιτη της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με άριστα και ενεργό μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Η επαγγελματική της διαδρομή συνδυάζει τη δημόσια νομική υπηρεσία με την άσκηση της δικηγορίας ενώπιον των δικαστηρίων. Έχει διατελέσει μέλος του Νομικού Τμήματος της Περιφέρειας Αττικής και του Δήμου Αθηναίων, αποκτώντας εμπειρία σε σύνθετα νομικά ζητήματα διοίκησης, συναλλαγών και προστασίας δικαιωμάτων.

Το κέντρο της επιστημονικής και δικαστηριακής της ενασχόλησης είναι το Αστικό Δίκαιο. Ειδικεύεται ιδίως στις περιουσιακές και κληρονομικές διαφορές  καθώς και στο Οικογενειακό Δίκαιο, όπου χειρίζεται υποθέσεις που άπτονται, των οικονομικών συνεπειών του γάμου και της προστασίας των μελών της οικογένειας.

Δεν πρόκειται για θεωρητική ενασχόληση. Η κα. Αρβανίτη είναι δικηγόρος της πράξης: με συστηματική παρουσία στα Ακροατήρια. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλούσιο σώμα αποφάσεων στους τομείς που υπηρετεί, ιδίως στα περιουσιακά, τα κληρονομικά και το οικογενειακό δίκαιο.

Δημήτρης Κατσάμπουλας, ποινικολόγος δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Δημήτρης Α. Κατσάμπουλας

Ο Δημήτρης Κατσάμπουλας είναι δικηγόρος στην Αθήνα, απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Συμμετέχει στην Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων και παρακολουθεί σταθερά τα ζητήματα που αφορούν την άσκηση της δικηγορίας στην πράξη.

Την επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε ως εσωτερικός νομικός σύμβουλος σε μεγάλες κλινικές που δραστηριοποιούνται στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, τη γυναικολογική χειρουργική και τη μαιευτική. Σήμερα είναι νομικός σύμβουλος της Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής.

Το γραφείο του αναπτύσσει συστηματικά δραστηριότητα στο εμπορικό δίκαιο. Παρέχει νομική υποστήριξη σε ιατρικές μονάδες και σε σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων της Αθήνας, με έμφαση στη συμβουλευτική, στις συναλλαγές και στην επίλυση διαφορών που ανακύπτουν στην επιχειρηματική καθημερινότητα.

Παράλληλα, το οικογενειακό δίκαιο αποτελεί το αντικείμενο στο οποίο επενδύει ιδιαίτερη φροντίδα. Τον ενδιαφέρει τόσο η προστασία των παιδιών όσο και η νηφάλια διαχείριση της σχέσης του ζεύγους μέσα στη δίκη: όχι ως πεδίο αντιπαράθεσης χωρίς μέτρο, αλλά ως διαδικασία που οφείλει να καταλήγει σε εφαρμόσιμες και δίκαιες ρυθμίσεις.

Έχει αναλάβει μεγάλες κακουργηματικές υποθέσεις, με πολλούς κατηγορουμένους, ενώπιον κακουργιοδικείων, μικτών ορκωτών δικαστηρίων και δικαστηρίων ναρκωτικών. Η ίδια γραμμή εργασίας τον οδήγησε και στις Υποθέσεις εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, τομέα στον οποίο έχει χειριστεί πολυάριθμες υποθέσεις σε όλη τη χώρα, μεταξύ των οποίων και υποθέσεις που έλαβαν δημόσια διάσταση.

Η επιστημονική πλευρά της εργασίας του συμπληρώνει την πρακτική. Συμμετέχει σε συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, δημοσιεύει σε νομικά περιοδικά και έχει εργαστεί ως μέλος νομοπαρασκευαστικών επιτροπών της Βουλής, με στόχο τη σύνδεση της εμπειρίας της δίκης με τη βελτίωση του δικαίου.

Ανθή Σ. Τσίγκου
Ανθή Τσίγκου, δικηγόρος και διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια

Η Ανθή Τσίγκου είναι απόφοιτη της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών,
Κατέχει Μεταπτυχιακό Τίτλο από το πανεπιστήμιο του CARDIFF METROPOLITAN UNIVERSITY – CITY UNITY COLLEGE – LLM στο Διεθνές Επιχειρηματικό Δίκαιο.
Εξειδικεύεται στο Τραπεζικό δίκαιο, το Εμπορικό δίκαιο και το Ασφαλιστικό δίκαιο, ενώ έχει συνεργαστεί με Ασφαλιστικές και Ναυτιλιακές Εταιρείες εντός και εκτός Ελλάδος.
Είναι Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας
Εκπαιδεύτηκε στο GDPR (Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων- Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679)
Επιπρόσθετα είναι Μέλος της Επιτροπής για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.
Ομιλεί Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΣ ΣΤΑ Η.Α.Ε.

}) }) }) } })

Οικογενειακό Δίκαιο

Η κα. Αρβανίτη και ο κος Κατσάµπουλας, έχουν απασχοληθεί επιτυχώς µε πληθώρα υποθέσεων Αστικής και Ποινικής Φύσης. Άλλωστε µια Ποινική υπόθεση λαµβάνει και αστική έκταση µε την µορφή διεκδίκησης αποζηµίωσης µέσω των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ παράλληλα µια Αστική υπόθεση δύναται να λάβει ποινικές προεκτάσεις.

Χαρακτηριστικά παραδείγµατα οι Υποθέσεις Οικογενειακού Δικαίου, που αποτελούν βασική ύλη του Γραφείου µας, όπου ενώ ξεκινούν ως πολιτικές αντιδικίες, αρκετά συχνά καταλήγουν στα ποινικά ακροατήρια είτε µε τη µορφή Παραβίασης δικαστικών αποφάσεων είτε µε την ακόµα χειρότερη µορφή ως υποθέσεις Ενδοοικογενειακής βίας. Θεωρούµε ιερό καθήκον την στήριξη και Υπεράσπιση θυµάτων ενδοοικογενειακής βίας (το γραφείο µας διαθέτει την υποδοµή και τεχνογνωσία χειρισµο ύ τέτοιων περιστατικών , συνεργαζόµενο τόσο µε δοµές όσο και µε ειδικούς ψυχολόγους/παιδοψυχολόγους όπου κρίνεται απαραίτητο) και για το λόγο οι υποθέσεις Οικογενειακού δικαίου αποτελούν προτεραιότητα µας είτε αφορά την έκδοση Διαζυγίου, Ασφαλιστικών µέτρων Επικοινωνίας, Επιµέλειας, Διατροφής, Μετοίκησης, Προσβολή Πατρότητας – Αναγνώριση Τέκνου, είτε Υποθέσεις Ενδοοικογενειακής Βίας (Ν. 3500/2006) αλλά και Αιτήσεις αφαίρεσης επιµέλειας και Αγωγές που αφορούν την συµµετοχή στα Αποκτήµατα κατά τη διάρκεια του έγγαµου βίου.